Η απόφαση της Γαλλικής κυβέρνησης να υλοποιήσει -και φυσικά να χρηματοδοτήσει-το σχέδιο επιβίωσης της France Telecom αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία της τελευταία δεκαετίας. Από μια άποψη, η συγκεκριμένη απόφαση της
Γαλλικής κυβέρνησης αποτελούσε μονόδρομο καθώς ο γαλλικός τηλεπικοινωνιακός όμιλος όδευε προς κρίση ρευστότητας το 2003. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το συνολικό χρέος της εταιρείας στο τέλος της τρέχουσας χρήσης θα αγγίζει τα 70 δις Euro, με τις
υποχρεώσεις αποπληρωμής του μόνο για το 2003 να ανέρχονται στα 15.2 δις Euro.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν φαίνεται να αισθάνεται άνετα με μία τέτοιου είδους κρατική παρέμβαση. Ταυτόχρονα όμως, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες καλούνται να αναλογισθούν τις επιπτώσεις που θα είχε μία πιθανή χρεοκοπία της France Telecom. Η France Telecom, είναι η τρίτη μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή εταιρεία τηλεπικοινωνιών με
βάση τις πωλήσεις, απολαμβάνοντας υψηλούς ρυθμούς αύξησης αυτών, χάρις κυρίως στη θυγατρική της Orange (εταιρεία κινητής τηλεφωνίας). Ο βασικότερος λόγος που η τιμή της μετοχής της σημείωσε πτώση 85% από την αρχή του έτους έως τα χαμηλά
επίπεδα στα μέσα Οκτωβρίου, ήταν το ομολογουμένως δυσβάσταχτο ύψος δανεισμού
για μία εταιρεία με κεφαλαιοποίηση 12 δις Euro και όχι οι προοπτικές της κύριας
δραστηριότητας της εταιρείας. Επιπρόσθετα, μία αρνητική κατάληξη στα προβλήματα
της France Telecom, θα είχε καταλυτικές επιπτώσεις στην ψυχολογία των επενδυτών
σε μία ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και κατ" επέκταση
για τη διεθνή οικονομία. Η γαλλική κεφαλαιαγορά ήδη αντιμετώπισε μία μεγάλη κρίση
εμπιστοσύνης, με μία εταιρεία μεγάλης βαρύτητας και ευρείας διακράτησης από το
επενδυτικό κοινό, την Vivendi Universal.
Πριν όμως αξιολογήσουμε το ερώτημα "επιστροφή στην κρατική παρέμβαση",
ας δούμε εν συντομία πως συσσωρεύτηκαν τα προβλήματα στην France Telecom.
Η απαρχή των δυσχερειών που αντιμετωπίζει ο Ευρωπαϊκός τηλεπικοινωνιακός κλάδος
γενικότερα την τελευταία διετία ήταν οι δημοπρασίες των αδειών τρίτης γενιάς
(3G licenses) που πραγματοποιήθηκαν το 2000. Υπενθυμίζουμε λοιπόν ότι οι ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις συγκέντρωσαν σχεδόν 120 δις Euro, με ευνοημένες την Βρετανία (37,8 δις Euro)
και την Γερμανία (50,8 δις Euro).
Εταιρείες στις οποίες ο κύριος μέτοχος ήταν το κράτος (όπως η Deutsche Telecom,
η France Telecom, η KPN) συμμετείχαν στους διαγωνισμούς, διεκδίκησαν και εν τέλη
πλήρωσαν υπέρογκα ποσά.
Σε ποιους όμως; Ουσιαστικά στους κυρίους μετόχους τους,
δηλαδή στα κράτη και στις κεντρικές κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα, η France Telecom
πλήρωσε 7,5 δις Euro και 8,5 δις για τις αντίστοιχες άδειες στην Γερμανία και στην
Βρετανία. Εκείνη την περίοδο η γαλλική κυβέρνηση και φυσικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
δεν φαίνεται να ενοχλήθηκαν διόλου από τέτοιες υπερβολές. Ήταν η εποχή όπου η επίτευξη
των κριτηρίων του Μάαστριχτ επέβαλλε τη μείωση των ελλειμμάτων με κάθε τρόπο,
ακόμα και με την άντληση υπέρογκων κεφαλαίων από κρατικές εταιρείες που επένδυαν σε
τεχνολογίες υψηλού κινδύνου και αμφιβόλου απόδοσης.
Είναι πλέον γνωστό,
πόσο δυσμενώς επηρεάστηκαν τα οικονομικά δεδομένα των περισσοτέρων
τηλεπικοινωνιακών εταιρειών, η πιστοληπτική τους ικανότητα, καθώς και
τα δισεκατομμύρια Eυρώ που χάθηκαν στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια από μετοχές
τηλεπικοινωνιακών ομίλων. Στη διετία που ακολούθησε τις δημοπρασίες των αδειών
τρίτης γενιάς, ο δανεισμός της France Telecom σχεδόν διπλασιάστηκε και αντίστοιχα
μεγεθύνθηκαν τα προβλήματά της.
Παρόλα αυτά η κυβέρνηση στήριζε τις αποφάσεις της
τότε διοίκησης, θεωρώντας την κατάσταση ελεγχόμενη και την κρίση προσωρινή,
καθυστερώντας σημαντικά ή και παρεμποδίζοντας τις αναγκαίες αποφάσεις εξυγίανσης.
Το ίδιο χρονικό διάστημα εταιρείες όπως η BT και η KPN που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα
προβλήματα υπέρογκου δανεισμού, προχώρησαν με επιτυχία σε σχέδια αναδιάρθρωσης των
περιουσιακών τους στοιχείων, σχεδόν παρόμοια στην ουσία τους με αυτό που ανακοίνωσε
πρόσφατα η France Telecom. Στη δε περίπτωση της KPN υπήρξε και κρατική αρωγή,
μέσα από συμμετοχή στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
"Aρα λοιπόν μέγα μερίδιο ευθύνης για τη δημιουργία του προβλήματος της France
Telecom οφείλεται στον κύριο μέτοχό της, δηλαδή τη Γαλλική κυβέρνηση
και μάλιστα μέσα στα πλαίσια γενικευμένης προσπάθειας των Ευρωπαϊκών
κυβερνήσεων να αντλούν έσοδα με κύριο προορισμό τη μείωση
των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Κι αυτό με τις ευλογίες -τότε- της Ευρωπαΐκής Επιτροπής,
η οποία απέφυγε να πιέσει προς την κατεύθυνση πραγματικής δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Η παρέμβαση λοιπόν της Γαλλικής κυβέρνησης για τη διάσωση της France Telecom
δεν αποτελεί μια απλή -στυγνή κατά άλλους- επιχείρηση κρατικού παρεμβατισμού.
Οι ιδιωτικοποιήσεις που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία,
σε μεγάλο βαθμό δεν αποτέλεσαν παρά μία μορφή έμμεσης φορολογίας,
αποκρύπτοντας την κρατική συμμετοχή πίσω από τις έννοιες της Ευρωπαϊκής ενοποίησης,
της σύγκλισης και της απελευθέρωσης των αγορών. Σε αντίθεση με την Αμερική,
οι κεντρικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη ουδέποτε αποποιήθηκαν το δικαίωμα της παρέμβασης
στην οικονομία.
Η έννοια της εταιρικής διακυβέρνησης μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και του
"επιλεγμένου" management στην Ευρώπη απέφυγε συνειδητά να ανταποκριθεί στα κελεύσματα
της ελεύθερης αγοράς και δεν μπορεί να συγκριθεί με την πορεία που ακολούθησαν
οι ΗΠΑ, με την πλήρη απεμπλοκή της κυβέρνησης από την εταιρική διακυβέρνηση.
Μ" άλλα λόγια, στην Ευρώπη δεν σταμάτησε ποτέ η παρέμβαση των κεντρικών
κυβερνήσεων στην οικονομία. Απλώς άλλαξε μορφή, αποκτώντας σε πολλές περιπτώσεις
κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
Οι κυβερνήσεις που επιθυμούν την ανάπτυξη των οικονομιών τους οφείλουν να έχουν
δημιουργική δυναμική. Έχουμε και στο παρελθόν τονίσει τον προβληματισμό μας με τις
πρακτικές που ακολουθούν οι κεντρικές κυβερνήσεις σε Ευρώπη και Αμερική να
παρακολουθούν αντί να επιδρούν στις οικονομικές εξελίξεις, εναποθέτοντας τις
ελπίδες τους για έξοδο από την κρίση στη νομισματική πολιτική και στη διοχέτευση
ρευστότητος στην οικονομία.
Σ" αυτή τη φάση, η ανάληψη πρωτοβουλιών στην Ευρώπη για νέες οικονομικές πολιτικές φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από τη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας. Αυτό από μόνο του παραπέμπει σε περισσότερη κρατική παρουσία στην οικονομία, δηλαδή υψηλότερα ελλείμματα. Επειδή όμως μεγαλύτερο έλλειμμα σημαίνει περισσότερος δανεισμός και άρα άντληση ρευστότητος από την οικονομία, το ερώτημα είναι τι είδους
παρουσία χρειάζονται οι σύγχρονες οικονομίες. Επιστροφή στη δεκαετία του "70 με τις αθρώες κρατικοποιήσεις είναι βέβαια αδιανόητη. Παρεμβάσεις τύπου France Telecom είναι
σε μεγάλο βαθμό επιβαλλόμενες, αφού πέρα από την ευθύνη του κράτους για τα προβλήματα, οι ενδεχόμενες συνέπειες από τη χρεοκοπία της εταιρείας, θα ήταν σοβαρότατες, προεκτεινόμενες πολύ πέραν των συνόρων της Γαλλίας. Η παρέμβαση που στοχεύει στην
βοήθεια, την εξυγίανση και την επιβίωση των κλάδων και των εταιρειών εκείνων που έχουν αναπτυξιακή δυναμική -παρά τα όποια βραχυχρόνια προβλήματα- επιβάλλεται γιατί
είναι επένδυση στο μέλλον. Η βοήθεια αυτή δεν μπορεί να στοχεύει στη διάσωση συγκεκριμένων θέσεων εργασίας, παρά στην ανάπτυξη, η οποία δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας στο μέλλον. Εάν οι κυβερνήσεις πάντως αποφασίσουν να αναλάβουν μεγάλες
πρωτοβουλίες οικονομικής πολιτικής σαφέστατα πρέπει να κινηθούν και στο σκέλος των εσόδων. Δηλαδή θα πρέπει να εξετάσουν και να τολμήσουν γενναίες φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες να αυξάνουν ουσιαστικά τις επιλογές και τα περιθώρια δράσης
τόσο των νοικοκυριών, όσο και των επιχειρήσεων.
Καθώς βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι σημαντικών οικονομικών αλλαγών θα πρέπει και οι κυβερνήσεις να χαράξουν πολιτικές που να ανταποκρίνονται στις νέες οικονομικές σχέσεις και ανάγκες που δημιουργούνται. Αυτό σημαίνει μια ριζική αναθεώρηση και αναπροσαρμογή όλου του πλαισίου παροχής υπηρεσιών από το δημόσιο. Μια τέτοια αναθεώρηση κατά καμία έννοια δεν μπορεί να αποκλείσει την κρατική παρέμβαση από την οικονομία. Σε κάθε περίπτωση πάντως, επαναλαμβάνουμε την άποψή μας
ότι οι κεντρικές κυβερνήσεις θα πρέπει να καλύψουν τάχιστα το μεγάλο έλλειμμα πολιτικής και ιδεών που υπάρχει στη διεθνή οικονομία. Η απόφαση της Γαλλικής κυβέρνησης για την επιβαλλόμενη σωτηρία της France Telecom, είναι ένα βήμα για να περιοριστεί το έλλειμμα αυτό.