Καθόσον χρόνο διαρκεί ο πόλεμος στο Ιράκ, οι έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές θα συνεχίζονται. Μέχρις εδώ τίποτε καινούργιο. Η φράση αυτή έγινε η συνήθης επωδός των αναλύσεων και των προβλέψεων της πορείας, τόσο της διεθνούς οικονομίας, όσο και των διεθνών κεφαλαιαγορών. Η επωδός αυτή σχετίζει τις αβεβαιότητες με τη χρονική διάρκεια του πολέμου και παραπέμπει σ' ένα τόνο αισιοδοξίας για τη μετά-τον-πόλεμο εποχή, δίνοντας την εντύπωση ότι η διαχείριση κεφαλαίων θα είναι ευχερέστερη.Από την πλευρά μας, έχουμε πολλές φορές επισημάνει ότι τα προβλήματα και η αβεβαιότητα σε διεθνές επίπεδο θα συνεχισθεί και μετά το τέλος του πολέμου, τόσο σε επίπεδο πραγματικής οικονομίας, όσο και σε επίπεδο κεφαλαιαγοράς. Και τούτο γιατί τα βασικά οικονομικά προβλήματα του διεθνούς συστήματος προϋπάρχουν της Ιρακινής κρίσης. Η Ιρακινή κρίση απλώς επιβαρύνει μια ήδη βεβαρυμένη διεθνή οικονομία.
Η αδυναμία εντόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας είναι εμφανής σε όλες τις μεγάλες οικονομίες. Ο δευτερογενής τομέας εμφανίζει τάσεις συρρίκνωσης, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρώπη, όπως δείχνει ο δείκτης βιομηχανίας ISM στις ΗΠΑ για το Μάρτιο και οι αντίστοιχοι δείκτες PMI για Ευροζώνη, Γερμανία και Γαλλία). Τα αυτά δείχνουν και οι σχετικοί δείκτες του τριτογενούς τομέα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα σημαντικό ποσοστό της συρρίκνωσης, τόσο το Φεβρουάριο, όσο και το Μάρτιο, οφείλεται στις αβεβαιότητες γύρω από το Ιράκ. Ωστόσο, είναι σαφές ότι υπάρχει κι ένα ποσοστό που οφείλεται σε κυκλικούς, αμιγώς οικονομικούς παράγοντες.
Ο καταναλωτικός τομέας επίσης δείχνει σημάδια αδυναμίας, τόσο από πλευράς επιβράδυνσης των καταναλωτικών δαπανών αυτών καθαυτών, όσο και στο σκέλος της επιδείνωσης των προσδοκιών για το μέλλον. Η ανησυχία μας όμως για τη μετά-τον-πόλεμο εποχή δεν πηγάζει από τη διαφαινόμενη επιδείνωση των σχετικών δεικτών. Πηγάζει κυρίως από τη συνεχιζόμενη διόγκωση του χρέους των νοικοκυριών, ειδικά στις ΗΠΑ. Aλλωστε η οικονομία των ΗΠΑ αποτελεί την κινητήριο δύναμη της διεθνούς οικονομίας και ο Αμερικανός καταναλωτής αποτελεί την κινητήριο δύναμη της οικονομίας των ΗΠΑ, σ' αυτή τουλάχιστον τη φάση. Το γεγονός λοιπόν ότι το συνολικό χρέος των νοικοκυριών (συμπεριλαμβανομένων καταναλωτικών, στεγαστικών κ.τ.λ.) στις ΗΠΑ, υπερβαίνει το 105% του προσωπικού εισοδήματος, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο, καθώς πιθανή αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους αυτού θα έχει αλυσιδωτές αντιδράσεις (ισολογισμοί τραπεζών κτλ). Η ποιότητα των ισολογισμών των τραπεζών δεν υποβοηθείται από την παρούσα διάρθρωση της καμπύλης επιτοκίων, που χαρακτηρίζεται από αύξηση της κλίσης στο μεσαίο τμήμα της (curve steepening). Αυτό πρακτικά σημαίνει αύξηση των μακρινών επιτοκίων σε σχέση με τα κοντινά, κάτι που ενθαρρύνει την αύξηση της ασυμφωνίας λήξεων στοιχείων ενεργητικού παθητικού (maturity mismatches). Μ' άλλα λόγια, οι τράπεζες οδηγούνται στη χρηματοδότηση μακροχρόνιων δανείων με βραχυχρόνια στοιχεία του παθητικού τους, αυξάνοντας σημαντικά το ρίσκο της αναχρηματοδότησης των υποχρεώσεών τους στο κοντινό μέλλον.
Το πρόβλημα του χρέους στην οικονομία των ΗΠΑ εντείνεται από το ανεξέλεγκτο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (δηλαδή των αγαθών και των υπηρεσιών που καταναλώνει η οικονομία), το οποίο έφθασε το 5.2% του ΑΕΠ το 2002 και το οποίο χρηματοδοτείται από τις εισροές επενδυτικών κεφαλαίων στην οικονομία, δηλαδή από την περαιτέρω συσσώρευση χρέους ! (Ο παράλληλος βίος που ακολουθεί η Ελλάδα στο συγκεκριμένο θέμα τρομάζει...). Με τα επιτόκια της FED στο 1.25%, τα περιθώρια νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ είναι σχεδόν ανύπαρκτα, αφού η όποια μεταβολή επιτοκίων σε τέτοια επίπεδα, έχει πράγματι αμελητέα επίπτωση στην ψυχολογία, αλλά και στο κόστος του χρήματος αυτό καθεαυτό.
Μολονότι αρκετές επιχειρήσεις -περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη- έχουν κάνει σημαντικά βήματα εξυγίανσης των ισολογισμών τους με λογιστικές διαγραφές, οι οποίες βέβαια επηρέασαν αρνητικά την κερδοφορία και τα ίδια κεφάλαια, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι απομένουν αρκετά ακόμα τέτοια βήματα να γίνουν. Στην Ελλάδα βέβαια η εξυγίανση των ισολογισμών -όπως άλλωστε και πολλά άλλα προβλήματα- αναβάλλεται συνεχώς για το μέλλον, όχι μόνο λόγω της γενικότερης τάσης αναβολής που μας χαρακτηρίζει σαν κοινωνία, αλλά και γιατί έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι οι λόγοι και οι διαπιστώσεις αρκούν. Το σκέλος της υλοποίησης θεωρείται περιττό. Καθώς επίσης θεωρούμε λανθασμένα ότι ο προστατευτισμός δεν συνεπάγεται κόστος για τον ιδιώτη, αρνούμεθα να αποβάλλουμε τη γενικότερη νοοτροπία κρατισμού που μας διακατέχει, με αποτέλεσμα αρκετές επιχειρήσεις (ακόμα και αμιγώς ιδιωτικές) να εξακολουθούν να βασίζονται στην κρατική προστασία σε βάρος βέβαια, της ανάπτυξης του συνόλου.
Αρκετές Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις στα αποθεματικά των ασφαλιστικών τους ταμείων, τα οποία και είχαν βασιστεί σε μετοχικές επενδύσεις σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι τα αντίστοιχα Αμερικανικά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων των επιχειρήσεων στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 20% των αποθεματικών τους. Αντίστοιχα, αλλά μικρότερα προβλήματα αντιμετωπίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία Αμερικανικών και Ιαπωνικών εταιρειών. Τα προβλήματα αυτά ασφαλώς θα ενταθούν εάν δεν υπάρξει ταχεία ανάκαμψη στις διεθνείς αγορές μετοχών και εταιρικών ομολόγων, κάτι που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό.
Τα προβλήματα που περιγράψαμε παραπάνω, δεν δημιουργήθηκαν από την Ιρακινή κρίση. Φοβούμεθα δε, ότι η όποια αποτίμηση από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράκ, ναι μεν έλαβε υπόψη της διαφορετικά σενάρια ως προς τη χρονική διάρκεια ή την έκταση που θα ελάμβανε ο πόλεμος, στηρίχθηκε όμως σε ένα κοινό παρονομαστή: αίσιο τέλος για τις ΗΠΑ. Σιγά-σιγά όμως αυξάνει ολοένα και περισσότερο η πιθανότητα του να αφήσει ο πόλεμος αυτός ουρές. Οι πολιτικές ουρές του πολέμου ξεκινούν από την πιθανή ανάγκη παράτασης της άμεσης παρουσίας των ΗΠΑ στο Ιράκ (παρουσία τύπου Αφγανιστάν) και φθάνουν στην πιθανότητα ευρύτερης εμπλοκής τους στην περιοχή (Ιράν, Συρία, Παλαιστίνη). Φαίνεται ότι μια από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης (που μακροχρόνια μπορεί να αποδειχθεί ευεργετική), είναι ότι ο πόλεμος λύνει για το νικητή λιγότερα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα απ' αυτά που του δημιουργεί.
Εκτιμούμε ότι οι κεφαλαιαγορές έχουν επίγνωση των προβλημάτων που περιγράψαμε παραπάνω και γι' αυτό η όποια ανακούφιση και το μίνι-ράλλυ συνοδεύσει το πέρας της Ιρακινής κρίσης θα είναι προσωρινά. Επενδυτικές αξίες όπως τα ομόλογα και ο χρυσός που σχετίζονται με αυξημένη αβεβαιότητα, θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Η υψηλή ρευστότητα που φαίνεται να υπάρχει στο διεθνές σύστημα, δύσκολα θα κατευθυνθεί προς τις μετοχές. Πάντως, το βέβαιον είναι ότι οι έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές θα συνεχισθούν όχι μόνο κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το τέλος του πολέμου στο Ιράκ, κάτι που συνεπάγεται σημαντικές ευκαιρίες για το βραχυπρόθεσμο επενδυτή και την ενεργό διαχείριση. Αυτό βέβαια, υπό την προϋπόθεση ότι ο διαχειριστής είναι πραγματικά ανεξάρτητος και δεν δεσμεύεται από τις εκάστοτε επιδιώξεις ή μικροπολιτικές του οργανισμού στον οποίο υπηρετεί. Το στοιχείο αυτό καθιστά για τους επενδυτές ιδιαίτερα σημαντική την επιλογή των λίγων ανεξάρτητων διαχειριστών.