Η κίνηση της Αlpha Bank να αυξήσει τα επιτόκια χορηγήσεων λιανικής τραπεζικής επαναφέρει για μια ακόμα φορά στο
προσκήνιο το θέμα της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού κλάδου.Θεωρούμε χρήσιμες κάποιες παρατηρήσεις μας επί του θέματος, όχι μόνο επειδή επιβεβαιώνονται προηγούμενες θέσεις μας με αφορμή το θέμα των λαϊκών ομολόγων, αλλά κυρίως γιατί το νέο σήριαλ κραυγών και ψιθύρων που φαίνεται ότι ξαναρχίζει
πάνω από το τραπεζικό σύστημα, δεν νομίζουμε ότι βοηθά ούτε τις τράπεζες, αλλά ούτε και τους καταναλωτές!
Κατ' αρχήν παρατηρούμε ότι σε αντίθεση με τα αναγραφόμενα στον τύπο η επιτοκιακή κίνηση της Αlpha Bank, ούτε αιφνιδιαστική ήταν, ούτε εξέπληξε κανέναν και βέβαια ούτε και σχετίζεται με την έκδοση των λαϊκών ομολόγων, εκτός βέβαια της χρονικής σύμπτωσης.
Ούτε άλλωστε και πυροδοτήθηκε από την πρόσφατη απόφαση του Διοικητού της ΤτΕ να αυξήσει τους συντελεστές προβλέψεων.
Όπως επίσης είναι σαφές, ότι με την κίνησή της αυτή η Αlpha Bank δεν παραβίασε κανέναν απολύτως κανόνα ανταγωνισμού
και ελεύθερης αγοράς, ούτε βέβαια και αισχροκερδεί σε βάρος των πελατών της. Πέρασε άλλωστε σχεδόν απαρατήρητο
το γεγονός ότι τα νέα ηυξημένα επιτόκια της Αlpha Bank, πλησίασαν (και σε κάποιες περιπτώσεις εξακολουθούν να
υπολοίπονται) τα αντίστοιχα επιτόκια άλλων τραπεζών. Εκεί που θα υπήρχε πρόβλημα παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού
θα ήταν εάν την κίνηση της Αlpha Bank ακολουθούσαν και οι άλλες τέσσερις μεγάλες τράπεζες.
Κάτι τέτοιο θα έδιδε την εντύπωση ολιγοπωλιακής συμπεριφοράς και ύπαρξης "συμφωνιών κυρίων", αφού σε ένα περιβάλλον πτωτικών επιτοκίων (δηλαδή μειούμενου κόστους χρήματος), οι τράπεζες προέβαιναν εν χορώ σε αύξηση επιτοκίων χορηγήσεων λιανικής τραπεζικής (δηλαδή αύξηση του κόστους χρήματος για την πελατειακή εκείνη κατηγορία
που δεν έχει ουδεμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης).
Γράφτηκε άλλωστε ευρύτατα ότι θα πρέπει να αναμένουμε μια τέτοια αντίδραση, όχι μόνο από τις υπόλοιπες τέσσερις
μεγάλες τράπεζες, αλλά ενδεχομένως και από κάποιες μικρότερες. Οι δε κινήσεις αυτές ανεβλήθησαν υπό την πίεση των έντονων αντιδράσεων. Εάν δεν είχαν αναβληθεί οι γενικευμένες αυξήσεις επιτοκίων χορηγήσεων λιανικής, εξαιρετικό ενδιαφέρον θα είχε η αντίδραση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Θα ήταν πάντως η πρώτη φορά που θα βλέπαμε σχετική αντίδραση!
Η ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού κλάδου έχει σημαντικές και πολύπλευρες επιπτώσεις. Το γεγονός είναι ότι οι τράπεζες απέφυγαν συστηματικά να λάβουν αναγκαία μέτρα περιορισμού του κόστους λειτουργίας των και βελτίωσης της κερδοφορίας τους.
Όπως επίσης είναι σαφές ότι οι τράπεζες λειτούργησαν σε συγκυριακή βάση και απέφυγαν συστηματικά να καταρτίσουν
μακροχρόνια επιχειρηματικά σχέδια από τα οποία θα προέκυπταν ορθολογικές τιμολογήσεις. Τιμολογήσεις που εκτός από
τα μερίδια αγοράς και την κερδοφορία κάποιων τριμήνων θα λάμβαναν υπόψη και τους αναλαμβανομένους πιστωτικούς
κινδύνους (το πελατειακό ρίσκο). Αυτές τις αναβολές καλούνται τώρα να πληρώσουν οι καταναλωτές.
Όσο κι αν η λήψη δραστικών μέτρων προς την κατεύθυνση του περιορισμού του κόστους δυσχεραίνεται από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο είναι αδιανόητο για τις τράπεζες να μετακυλύουν τα εσωτερικά τους ενδογενή προβλήματα στην πελατειακή τους βάση. Και μάλιστα να καλούν την πελατειακή τους βάση στον τομέα της λιανικής τραπεζικής να πληρώσει το κόστος λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος στον τομέα της εταιρικής τραπεζικής (π.χ. μετοχοδάνεια).
Εναλλακτικές κινήσεις όπως π.χ. τη ανάληψη από τις τράπεζες λελογισμένου ρίσκου, τόσο στο σκέλος του μετοχικού ρίσκου, όσο και στο σκέλος της επένδυσης σε νέα προϊόντα και αγορές (π.χ. εταιρικά ομόλογα), είχαμε προτείνει σε προηγούμενη αρθρογραφία μας.
Η ουσία του προβλήματος όμως δε βρίσκεται στις εναλλακτικές μεθόδους που θα επιλέξουν οι τράπεζες για να βελτιώσουν την κερδοφορία τους, ούτε στις κατηγορίες πελατών τους που θα επιλέξουν να επιβαρύνουν. Το ζητούμενο είναι να μπορέσει ο τραπεζικός κλάδος συνολικά να κάνει τα απαραίτητα εκείνα βήματα που θα τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τα συσσωρευμένα προβλήματα του παρελθόντος και τις προκλήσεις του μέλλοντος, έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει σαν μια ανταγωνιστική αγορά με βάση απτά αποτελέσματα, κι όχι με βάση προκαθορισμένες θέσεις που εξασφάλιζε μια πάλαι ποτέ κλειστή αγορά.
Οι πιεστικές ανάγκες περιορισμού του λειτουργικού κόστους, ο διεθνής ανταγωνισμός, η εισαγωγή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, ο κίνδυνος φυγής κεφαλαίων εφόσον τα εγχώρια τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες εξακολουθούν να μην καλύπτουν τις ανάγκες των καταναλωτών, η ανάγκη διαφάνειας στην τιμολόγηση (EURIBOR + spread πελάτη), αλλά και η ανάγκη διακοπής των επιδοτήσεων αντιπαραγωγικών δραστηριοτήτων και προβληματικών καταστάσεων, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα και τις προκλήσεις του κλάδου, που σίγουρα δεν αντιμετωπίζονται ούτε με κραυγές, ούτε με ψιθύρους!
Η καθυστέρηση των τραπεζών να αναλάβουν τις αναγκαίες εξυγιαντικές πρωτοβουλίες συνάδει με τη σημαντική καθυστέρηση
των πολυθρύλητων διαρθρωτικών αλλαγών στο μακροοικονομικό επίπεδο. Όπως και στο συνολικό επίπεδο της οικονομίας
και της κοινωνίας αποφύγαμε τα προηγούμενα χρόνια να αναλάβουμε το κόστος που συνεπάγονται οι διαρθρωτικές αλλαγές
και επιλέξαμε να το μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές, αντίστοιχες αναβολές σημειώθηκαν και στο μικροοικονομικό επίπεδο.
Η εμπειρία όμως έχει δείξει ότι η συνεχής αναβολή αντιμετώπισης ενός προβλήματος και η τακτική του "ώριμου φρούτου" συχνότατα οδηγεί στην ανάγκη του λεγόμενου "shock treatment", με ό,τι αυτό συνεπάγεται!