Πριν καλά-καλά προλάβει η διεθνής οικονομία να εξέλθει από την πρόσφατη ύφεση, εξερράγη η κρίση του Ιράκ, έτσι ώστε οι κάθε λογής αβεβαιότητες που συνεπάγεται ο επικείμενος πόλεμος, δημιουργούν νέα προβλήματα στη διεθνή οικονομία.Δεν θα ασχοληθούμε με το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, που έχει βέβαια κι αυτό αρκετές πτυχές και πολυπλοκότητες (τα αίτια της Αμερικανικής εμπλοκής, η κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ και Γαλλίας/Γερμανίας κτλ).
Στο οικονομικό πεδίο το κυρίαρχο ερώτημα στη φάση αυτή είναι οι εξελίξεις στην τιμή του πετρελαίου και ο χρονικός ορίζοντας διατήρησης της τιμής του πετρελαίου στα τρέχοντα υψηλά επίπεδα. Αυτό εξαρτάται βεβαίως από τη διάρκεια της κρίσης. Παρατεταμένη παραμονή της διεθνούς τιμής του πετρελαίου στα τρέχοντα υψηλά επίπεδα εγκυμονεί τον κίνδυνο να επανέλθει η επί του παρόντος εύθραυστη Γερμανική οικονομία σε ύφεση, με αρνητικές συνέπειες για τις περισσότερες Ευρωπαϊκές οικονομίες. Δεν θεωρούμε ότι η Αμερικανική οικονομία διατρέχει σοβαρό κίνδυνο από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου. Διατρέχει όμως από την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος που έχει ως αποτέλεσμα αισθητή κάμψη των επενδύσεων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παράταση της αβεβαιότητας και της απειλής πολέμου στο Ιράκ θα διακυβεύσει την ήδη ασταθή πορεία της διεθνούς οικονομίας. Ακόμα όμως κι εάν η κρίση λήξει σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι τιμές του πετρελαίου επανέλθουν στα περυσινά τους επίπεδα και εν γένει αποκατασταθεί ένα "ομαλό" επενδυτικό κλίμα στη διεθνή οικονομία, πολύ αμφιβάλλουμε ότι η διεθνής οικονομία θα ανακτήσει ξανά ικανοποιητικούς ρυθμούς αύξησης επενδύσεων και οικονομικής μεγέθυνσης.
Σε μεγάλο βαθμό, η κρίση του Ιράκ με τις συνεπαγόμενες αβεβαιότητες προσφέρει μια πειστική δικαιολογία για την παράταση της χρηματιστηριακής ύφεσης και την αδυναμία της διεθνούς οικονομίας να ανακάμψει με ταχείς ρυθμούς.
Όταν παρέλθει η κρίση του Ιράκ η διεθνής οικονομία θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τα διαρθρωτικά της προβλήματα. Η αδυναμία ανάκαμψης των εταιρικών κερδών και η συνεχιζόμενη προς τα κάτω αναθεώρηση των προσδοκιών, η αδυναμία αντιμετώπισης του ασφαλιστικού και η εξέλιξή του σε μείζων πρόβλημα, η διόγκωση του χρέους των νοικοκυριών με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση του χρέους αυτού να κινδυνεύει να καταστεί προβληματική, και τέλος, η χαμηλή ορατότητα στις μεγάλες τράπεζες και στις ασφαλιστικές εταιρείες, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που ταλανίζουν αρκετές οικονομίες του κόσμου.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες, ειδικά στις ΗΠΑ, εκφράζουν την αγωνία τους για τα προβλήματα αυτά μέσα από τον προβληματισμό τους για το χαμηλό πληθωρισμό και την εξέταση πιθανών μέτρων που θα "πληθωρίσουν" τις οικονομίες.
Εικάζεται ότι η αύξηση του πληθωρισμού θα βοηθήσει την ανάκαμψη των εταιρικών κερδών (άρα και της απασχόλησης) και θα ωθήσει τα νοικοκυριά να περιορίσουν το χρέος τους. Ωστόσο θα δυσκολέψει την εξυπηρέτηση του χρέους των νοικοκυριών. Ο παράγων αυτός είναι κεφαλαιώδους σημασίας, αφού στη φάση αυτή όπου οι ισορροπίες στο διεθνές τραπεζικό σύστημα είναι ιδιαίτερα εύθραυστες, οι τράπεζες έχουν περισσότερο από ποτέ ανάγκη την αδιάλειπτη και απροσκόπτη εξυπηρέτηση του χρέους των νοικοκυριών.
Στην πράξη, το προσωπικό εισόδημα των νοικοκυριών αυξάνεται πάντα βραδύτερα από τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών. Εάν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός των σχεδόν μηδενικών ή και αρνητικών πραγματικών αποδόσεων των αποταμιεύσεων διεθνώς, φοβούμεθα ότι πιθανή αύξηση του πληθωρισμού θα περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα σε βάρος τόσο της εξυπηρέτησης του χρέους, όσο και της κατανάλωσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική δραστηριότητα.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες δίνουν την εντύπωση ότι προσεγγίζουν την επίλυση βασικών προβλημάτων της οικονομίας μέσα από την πορεία του πληθωρισμού. Όπως τη δεκαετία του '80 είχαν θέσει ως στόχο τον περιορισμό του πληθωρισμού,έτσι και τώρα φαίνεται να έχουν ως πρώτο μέλημα τον πληθωρισμό της οικονομίας.
Τουλάχιστον αυτό συμπεραίνουμε από την πρόσφατη κατάθεση του κ. Α.Greenspan στο Αμερικανικό Κονγκρέσο. Δεν θα είχαμε σοβαρούς λόγους να διαφωνούμε με την προσέγγιση αυτή εάν είμαστε βέβαιοι ότι ο πληθωρισμός μιας οικονομίας αποδίδεται πλέον αξιόπιστα από το δείκτη τιμών καταναλωτή, ή τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ.
Πιστεύουμε ότι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία των ελευθέρων ροών κεφαλαίων και της ευρείας διάδοσης όλων των κατηγοριών επενδύσεων, η πορεία των τιμών των διαφόρων αξιών είναι βασικό στοιχείο της πληθωριστικής διαδικασίας μιας οικονομίας. Δυστυχώς όμως, ο πληθωρισμός των επενδυτικών/αποταμιευτικών αξιών δεν έχει ακόμα προσεγγιστεί ποσοτικά.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκτιμούμε ότι οι διεθνείς κεφαλαιαγορές εν πολλοίς
συμμερίζονται τους ανωτέρω προβληματισμούς και κινούνται ανάλογα με ή χωρίς τη δικαιολογία του Ιράκ.
Αυτό εις ό,τι αφορά τις προσδοκίες. Εις ό,τι αφορά πρακτικά ζητήματα στο σκέλος της ζήτησης, μεγάλοι θεσμικοί και άλλοι επενδυτές όπως είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες δύσκολα θα επανατοποθετήσουν κεφάλαια στις χρηματιστηριακές αγορές, με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν.
Στη φάση αυτή δεν νομίζουμε ότι έχει περιεχόμενο το ερώτημα του εάν έχουμε δεί τα χαμηλά των αγορών. Πιθανότατα όχι!
Ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στη Γερμανία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι διακυμάνσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές αναμένονται να συνεχισθούν, τόσο στις μετοχές,
όσο και στα ομόλογα, κάτι που σημαίνει την παρουσία σημαντικών επενδυτικών ευκαιριών, με την κατάλληλη βέβαια επικουρική χρήση μέσων αντιστάθμισης κινδύνου.
Η κρίση μπορεί να μην έχει παρέλθει, αναμφίβολα όμως παρουσιάζει ευκαιρίες και προκλήσεις για τους διαχειριστές της αγοράς. Η ενεργός διαχείριση έχει το λόγο, πολύ δε περισσότερο στην Ελλάδα όπου συνεχίζεται και εντείνεται η απαξίωση που χαρακτηρίζει την εγχώριο χρηματιστηριακή αγορά!