Το 2002 ήταν μια χρονιά έντονου προβληματισμού για τη διεθνή οικονομία και τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, αρκετές από τις οποίες επέστρεψαν στα επίπεδα του 1999 και του 1998.Εκτιμούμε ότι οι έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές θα συνεχισθούν και το 2003,
γιατί το διεθνές σύστημα δεν έχει ακόμα αντιμετωπίσει τα μικροοικονομικά, μακροοικονομικά και γεωπολιτικά προβλήματα
που το ταλανίζουν, ήτοι η διεθνής τρομοκρατία και τα προβλήματα στο Ιράκ και τη μέση Ανατολή, η έκταση και η ταχύτητα της ανάκαμψης στη διεθνή οικονομία και η υποβόσκουσα κρίση στους χρηματοπιστωτικούς και ασφαλιστικούς τομείς αρκετών χωρών (μεταξύ των πολλών μικροοικονομικών προβλημάτων).
Η Ελληνική οικονομία θα συνεχίσει και το 2003 να καταγράφει ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης αρκετά παραπάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, χάρις στις επενδύσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και στις εισροές του Γ΄ Κ.Π.Σ. της ΕΕ.
Ωστόσο, τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας εντείνονται, κάτι που εκτιμούμε ότι θα αποτυπωθεί στη διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και στη στασιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής και το 2003.
Καθώς δεν περιμένουμε στους επόμενους μήνες θεαματικές αλλαγές στις τάσεις που παρουσιάζουν τα εταιρικά κέρδη, η πορεία της Ελληνικής κεφαλαιαγοράς το 2003 θα εξαρτηθεί κατά τη γνώμη μας από το βαθμό στον οποίο τα ενδιαφερόμενα μέρη -κυβέρνηση, εποπτικές αρχές, εισηγμένες εταιρείες, χρηματιστηριακές εταιρείες, τράπεζες και θεσμικοί επενδυτές- θα αντιμετωπίσουν αποφασιστικά τα εσωτερικά διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς.
Και τούτο γιατί παρά τα όσα γράφονται και λέγονται καθημερινώς, η παρατεταμένη ύφεση στην Ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν οφείλεται μόνο στην πορεία των διεθνών αγορών. Οφείλεται και σε μια μακρά σειρά εγχώριων αναγκών που σχετίζονται με την εξυγίανση των ισολογισμών, τη βελτίωση του πραγματικού όγκου συναλλαγών, την αποτροπή των εικονικών συναλλαγών, τη βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης, και το σεβασμό στους μικρομετόχους και τους
θεσμικούς επενδυτές.
Εάν συνεχισθεί η αδιαφορία απέναντι στα προβλήματα αυτά, τότε πιστεύουμε ότι η ύφεση στην Ελληνική κεφαλαιαγορά θα συνεχισθεί, οδηγώντας τη χρηματιστηριακή αγορά σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα και απειλώντας τα αμοιβαία κεφάλαια με σημαντικές εκροές.
Καθώς οι αποδόσεις σε παγκόσμια κλίμακα θα είναι περιορισμένες κι απ' ότι φαίνεται αρκετά κοντά στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη, οι επενδυτές θα πρέπει να ξεχάσουν τις υπεραξίες και να αναζητήσουν αξίες με βάση κλασσικές
μεθόδους αποτίμησης, όπως είναι το Price/Book Value, επενδύοντας στις πραγματικές αξίες των τίτλων κι όχι απλά σε προοπτικές.
Η Ελληνική επενδυτική κοινότητα θα βαδίσει το 2003 στο μονόδρομο της αναζήτησης αξιών, της κατανόησης εναλλακτικών
επενδυτικών επιλογών και της προσεκτικής επιλογής σχέσεων αποδόσεων/ρίσκου.
Ο μονόδρομος αυτός επιβάλλεται από το κενό που υπάρχει στην Ελληνική κεφαλαιαγορά ανάμεσα στο αρνητικό επιτόκιο που προσφέρουν οι τραπεζικές καταθέσεις και στο μετοχικό ρίσκο.
Οι τράπεζες αντί να καλύπτουν το κενό αυτό, το διευρύνουν περισσότερο, είτε χαμηλώνοντας με κάθε ευκαιρία τα επιτόκιά τους, είτε παρουσιάζοντας νέα προϊόντα που δίνουν έμφαση στο εγγυημένο κεφάλαιο, αλλά όχι στις εγγυημένες αποδόσεις!
Η συμπλήρωση του κενού αυτού είναι αναπόφευκτη, ακόμα κι εάν οι απαραίτητες πρωτοβουλίες προέρχονται από την κυβέρνηση μέσω των "λαϊκών" ομολόγων υψηλών αποδόσεων.
Μέσα στα πλαίσια αυτά αισιοδοξούμε ότι το 2003 θα ενταθούν οι πιέσεις προς τους επαγγελματίες διαχειριστές για περισσότερη διαφάνεια και αξιοπιστία.
Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι τα θεσμικά κεφάλαια αποτελούνται από ιδιωτικά κεφάλαια, τα οποία αποτάθηκαν σε επαγγελματίες διαχειριστές έτσι ώστε να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία κατά τις εποχές των "ισχνών αγελάδων" στις κεφαλαιαγορές, με ενδεχόμενο αντιστάθμισμα χαμηλότερα κέρδη στις εποχές των "παχιών αγελάδων".
Στην Ελλάδα συχνότατα παρατηρείται η ακριβώς αντίθετη τάση, αφού υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ επενδυτικών στόχων και διαχειριστικής στρατηγικής!
Καθώς οι ιδιώτες επενδυτές βιώνουν τα αποτελέσματα αυτά και αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι αποταμιεύσεις τους σε κάθε βήμα,
καλούνται να αναζητήσουν διαχειριστές με βάση την τεχνογνωσία και τα απτά διαχειριστικά αποτελέσματα και όχι με βάση τις προκαθορισμένες θέσεις που μπορούσε να εξασφαλίσει η κλειστή αγορά του παρελθόντος.