Το περιοδικό Εκόνομιστ αποκάλεσε τον Alan Greenspan «ροκ σταρ» της αμερικανικής οικονομίας. Οι φίλοι του ομιλούν για «μάγο» που, στα 19 χρόνια παρουσίας του στην Federal Reserve, κατάφερε να ξεπεράσει με μοναδική μαεστρία την κρίση του 1987 και να αντιμετωπίσει τη χρηματιστηριακή φούσκα του 2000.
Mε έτος γεννήσεως το 1926, στη Νέα Υόρκη, γόνος πλούσιας οικογένειας μεσιτών, ο μετέπειτα πρώτος τραπεζίτης του κόσμου και των ΗΠΑ ξεκίνησε σπουδάζοντας… μουσική! Επί δύο χρόνια μάλιστα, έπαιζε κλαρινέτο στην περίφημη ορχήστρα του Σταν Γκετς.
Αυτό δεν τον εμπόδισε όμως, το 1950, να αποκτήσει πτυχίο οικονομικών από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και να γίνει δόκτωρ οικονομικών επιστημών. Από το 1952 έως το 1974 διηύθυνε μία πανίσχυρη προσωπική εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβούλων, η οποία, το 1968, έπαιξε ενεργό ρόλο στην εκλογή του Νίξον στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ. Από το 1974 έως το 1977 υπήρξε σύμβουλος του προέδρου Φόρντ και στις 2 Ιουνίου 1987 ο πρόεδρος Ρήγκαν τον τοποθέτησε επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, όπου και έμεινε έως την αρχή του 2006.
Σήμερα, ο Αλαν Γκρήνσπαν εισέπραξε 8,5 εκατ. δολάρια για τη συγγραφή ενός βιβλίου περί της παγκόσμιας και της αμερικανικής οικονομίας, το οποίο αναμένεται με πολύ ζωηρό ενδιαφέρον από αμερικανικούς και διεθνείς τραπεζικούς-επιχειρηματικούς κύκλους.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί - η οποία παραχωρήθηκε στη γαλλική επιθεώρηση Politique Internationale και στη Ναυτεμπορική - ο κορυφαίος Αμερικανός τραπεζίτης εκθέτει θέσεις και απόψεις που δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο.
Πολλοί λένε ότι υπήρξατε ο πιο κεϋνσιανός πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Παράλληλα, είναι γνωστό ότι υπήρξατε στενός φίλος της Ayn Rand, η οποία στις ΗΠΑ θεωρείται ακροφιλελεύθερη. Δεν υπάρχει αντίφαση στο γεγονός αυτό;
«Πολλές φορές στη ζωή μου καταπολέμησα τον Κεϋνσιανισμό. Ωστόσο, θεωρώ ότι κάποιες στιγμές μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε. Γενικά, πάντως, απεχθάνομαι τις θεωρίες. Πιστεύω ότι είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς ένα πρόβλημα και τη φύση του χρησιμοποιώντας μία μόνον οπτική γωνία. Όσον αφορά την A. Rand, εκτιμώ το ρόλο που έδωσε στο άτομο και στις ελευθερίες του».
Μήπως φθάσαμε στο τέλος των οικονομικών δογμάτων και θεωριών;
«Οχι, δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Φθάσαμε, όμως, το τέλος των πακεταρισμένων λύσεων που μπορούν να προσαρμόζονται σε οποιαδήποτε κατάσταση. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι κάθε οικονομική θεωρία είναι το προϊόν του γεωγραφικού, διανοητικού και κοινωνιολογικού περιβάλλοντός της».
Ποιο ρόλο έπαιξε η Fed στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας τη δεκαετία του '90 και ποιες υπήρξαν οι σχέσεις σας με τον πρόεδρο Κλίντον;
«Ο ρόλος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ήταν σημαντικός τις δεκαετίες του '60 και του '70. Σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομίας ξεφεύγει από την εξουσία της Fed. Με τον πρόεδρο Κλίντον είχα και έχω άριστες φιλικές σχέσεις».
H Fed, κρατώντας τα επιτόκια χαμηλά, δεν συνέβαλε στην έκρηξη της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ;
«Αυτό είναι αλήθεια. Πλην όμως, σε άλλες περιπτώσεις, δείξαμε αδυναμία».
Σε ποιες περιπτώσεις;
«Παρά τις προσπάθειές μας, δεν μπορέσαμε να μετριάσουμε τις επιπτώσεις της τεχνολογικής φούσκας του τέλους της δεκαετίας του '90, την οποίαν, ωστόσο, είχαμε προβλέψει αρκετά χρόνια πριν. Οι αγορές δεν αντέδρασαν στις αυξήσεις των επιτοκίων και αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος της δεκαετίας του '90».
Γι' αυτό πνέετε μένεα κατά της Γουόλ Στρητ;
«Όχι, καθόλου. Πρόκειται για δημοσιογραφικό μύθο. Κάθε φορά που έκανα λόγο για τους ανορθολογικούς των αγορών, στην ουσία εξέφραζα απόψεις πολλών ειδικών και οικονομολόγων. Αυτό το γνωρίζουν οι άνθρωποι των αγορών».
Στη θητεία σας στην Fed, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε;
«Ενα πρόβλημα που με ταρακούνησε τη δεκαετία του '90 ήταν το πέρασμα από την «παλαιά οικονομία», που είχα σχεδιάσει, στη «νέα». Μου χρειάστηκε καιρός για να μελετήσω, να μετρήσω και να καταλάβω τους κανόνες της «νέας οικονομίας» και ειδικά το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τα ισχύοντα στα παλαιά μοντέλα, η πτώση της ανεργίας δεν οδηγεί απαραίτητα σε πληθωριστικές πιέσεις. Με τους συνεργάτες μου στη Fed κάναμε πολλές μελέτες και βρήκαμε νέα στατιστικά εργαλεία για να μετράμε την παραγωγικότητα στο νέο οικονομικό περιβάλλον της δεκαετίας του '90. Οι παλαιές μέθοδοι μάς έδειχναν πτώση της παραγωγικότητας, τη στιγμή που αυτή ήταν ανεβασμένη. Αυτό μας επέτρεψε να μην πανικοβληθούμε το 1996, 1997 και 1998 και να διατηρήσουμε χαμηλά επιτόκια, την ώρα που η οικονομία και η απασχόληση σημείωναν ισχυρή άνοδο».
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη επιτυχία σας στη διάρκεια της θητείας σας;
«Αισθάνομαι υπερήφανος για το γεγονός ότι, την περίοδο 1994-1995, πήραμε το ρίσκο να μετριάσουμε την ανάπτυξη της οικονομίας χωρίς να διαθέτουμε όλα τα δεδομένα για τον ερχομό πληθωριστικών πιέσεων. Το ρίσκο ήταν μεγάλο. Αργότερα όμως, η συγκυρία μας δικαίωσε και η προληπτική στρατηγική μας έδωσε στην αμερικανική οικονομία τη δυνατότητα να βρει νέα πνοή».
Και ποια ήταν η μεγαλύτερη λύπη σας;
«Λυπούμαι που το 2001 προέβλεψα τη διατήρηση του συσσωρευμένου από το 1998 δημοσιονομικού πλεονάσματος. Ήταν λάθος μου, αλλά δεν ήμουν ο μόνος που το έκανε».
Πού οφείλεται η εντυπωσιακή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας τη δεκαετία του '90;
«Σε πολλούς παράγοντες, όπως οι τεχνολογικές καινοτομίες, οι οποίες επέτρεψαν τη δημιουργία νέων αγορών και οδήγησαν σε εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Επίσης, έγιναν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση νέων μεθόδων διοίκησης των επιχειρήσεων και αναδιάρθρωσης των εταιρειών, με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί η παραγωγικότητα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η συνετή δημοσιονομική πολιτική του προέδρου Κλίντον, ο οποίος πίστευε στη φορολογική πειθαρχία και στη μείωση των ελλειμμάτων. Έτσι, ισχυροποίησε τις βάσεις της αμερικανικής οικονομίας».
Σήμερα, με το τεράστιο κόστος του πολέμου στο Ιράκ, η αμερικανική οικονομία δεν αποσταθεροποιείται;
«Αν και δεν είμαι ειδικός της εξωτερικής πολιτικής, συμφώνησα με την επέμβαση στο Ιράκ. Αλλά σήμερα ανησυχώ. Η αμερικανική κυβέρνηση δαπανά πολλά χρήματα, χωρίς χειροπιαστά αποτελέσματα και χωρίς "στρατηγική εξόδου". Αυτή η κατάσταση είναι επικίνδυνη, διότι πρόκειται για γιγαντιαίες τυφλές δαπάνες, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένους δείκτες. Συνεπώς, οι συνέπειες των δαπανών αυτών είναι άγνωστες».
Χώρα όπως η Ελλάδα, από ποιες μεταρρυθμίσεις έχει ανάγκη;
«Πρέπει να περιορίσει το Δημόσιο τομέα και να απελευθερώσει την αγορά εργασίας. Μόνον έτσι οι επιχειρηματίες θα αποφασίσουν να αναλάβουν κινδύνους, διευρύνοντας τις δραστηριότητές τους. Οι επιχειρηματίες είναι το πραγματικό κλειδί της οικονομίας».
Οι Επιπτώσεις της Παγκοσμιοποίησης
Ποια είναι η γνώμη σας για την παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της στις κοινωνίες;
«Θεωρώ ότι έχουμε μια νέα οικονομική εξέλιξη, στο πλαίσιο της οποίας οι ανεπτυγμένες οικονομίες μετασχηματίζονται σε βάθος. Όμως, από τους μετασχηματισμούς αυτούς επωφελούνται και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμα τα απαραίτητα στατιστικά εργαλεία για να αποτιμήσουμε τα οφέλη και τα κόστη της απελευθέρωσης των συναλλαγών και της εξαγωγής απασχόλησης από τις ανεπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Πάντως, με αφορμή την παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν κυβερνήσεις που επενδύουν στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Οι χώρες αυτές θα πρωτοστατούν στη νέα εποχή. Οι κυβερνήσεις, όμως, που είναι δέσμιες του παρελθόντος, θα τραβούν τις οικονομίες προς τα κάτω. Από την άποψη αυτή, η παγκοσμιοποίηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική».